Η Ιστορία της Καλλιέργειας του Βούδα Μιλαρέπα (Μέρος 2ο)

Ανά την ιστορία, τα Ιμαλάια ήταν μια περιοχή με πολλούς καλλιεργητές. Οι άνθρωποι εκεί ζούσαν μια απλή ,σεμνή ζωή, και όλοι τραγουδούσαν και χόρευαν. Επίσης, σέβονταν και τιμούσαν τον Νόμο του Φο. Σχεδόν μία χιλιετία πριν, υπήρξε ένας καλλιεργητής εκεί με το όνομα Μιλαρέπα. Ενώ το πλήθος των Βούδων και των Μποτισάτβων έκανε πολλές ζωές και πέρασε πολλές συμφορές προτού ολοκληρώσουν την καλλιέργειά τους, ο Μιλαρέπα πέτυχε ισοδύναμη πανίσχυρη αρετή σε μια ζωή και αργότερα έγινε γνωστός ως ο ιδρυτής της Λευκής Σέκτας του Θιβετιανού Ταντρισμού.

(Συνέχεια από Μέρος 1ο)
https://en.minghui.org/html/articles/2018/10/9/172782.html

Ο Μιλαρέπα χαμογέλασε και είπε, “Εντάξει, θα σας πω.”

“Όταν ήμουν εφτά, ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά. Οι ιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα και ένας μάντης επίσης είπε πως ο πατέρας μου δεν είχε καμία ελπίδα να αναρρώσει. Οι συγγενείς μου γνώριζαν πως η αρρώστια ήταν θανάσιμη, όπως επίσης και ο πατέρας μου αντιλαμβάνονταν πως ήταν κοντά στο θάνατο. Αποφάσισε να κανονίσει για εμάς τους τρεις και για την οικογενειακή περιουσία πριν τον θάνατό του.”

“Ο πατέρας ζήτησε από τον θείο, την θεία, τους συγγενείς και τους γείτονες να μαζευτούν στο σπίτι μας. Μπροστά σε όλους, διάβασε την διαθήκη που είχε ετοιμάσει.”

“Η διαθήκη όριζε ξεκάθαρα πως όλη την περιουσία θα την κληρονομούσε ο πρωτότοκος υιός.”

“Αφού διάβασε την διαθήκη, ο πατέρας είπε αργά, ‘Δεν έχω καμία ελπίδα να επιβιώσω από αυτην την αρρώστια. Ο υιός και η κόρη μου είναι ακόμα νέοι, οπότε μπορώ μονάχα να ταλαιπωρήσω τον θείο και την θεία τους και τους άλλους συγγενείς για να τους προσέχουν. Παρόλο που δεν είμαι ιδιαίτερα πλούσιος, έχω αρκετή περιουσία. Στο αγρόκτημά μου υπάρχουν βόδια, πρόβατα και άλογα. Απ' όλη μου την γη, αυτό το Τρίγωνο Όρμα είναι το μεγαλύτερο κομμάτι, και τα μικρότερα είναι πάρα πολλά για να τα αναφέρω ένα-ένα. Ο στάβλος κάτω έχει βόδια, πρόβατα και γαϊδούρια. Πάνω, έχω έπιπλα, χρυσές και αργυρές αντίκες, μαζί με κοσμήματα, πετράδια και μεταξωτά ρούχα. Επίσης έχω αποθήκες γεμάτες με σιτηρά. Σε γενικές γραμμές, έχω αρκετό πλούτο και δεν εξαρτώμαι από άλλους. Αφού πεθάνω, σας παρακαλώ, χρησιμοποιήστε μέρος της περιουσίας μου για την κηδεία. Όσο για την υπόλοιπη περιουσία μου, ελπίζω πως όλοι όσοι έχουν συγκεντρωθεί εδώ, ειδικά ο Θείος και η Θεία, θα μπορέσουν να βοηθήσουν την μητέρα τους να φροντίσει τα δύο παιδιά. Όταν ο Τοπάγκα μεγαλώσει και φτάσει η ώρα να παντρευτεί, παρακαλώ να πάρει την Τζέσε, το κορίτσι που είναι αρραβωνιασμένο με αυτόν, στην οικογένεια. Τα έξοδα του γάμου θα ταιριάζουν με την κοινωνική μας θέση. Τότε, η περιουσία μου θα διαχειρίζεται από τον Τοπάγκα. Ελπίζω πως ο Θείος και η Θεία θα μπορέσουν να προσέξουν τα δύο παιδιά και την μητέρα τους. Σας παρακαλώ βοηθήστε ώστε κανείς από τους τρεις τους να μην υποφέρουν. Αφού πεθάνω, θα τους ελέγχω από ανάμεσα από τους αρμούς του φέρετρου μου’.”

“Αφού είπε αυτά, ο πατέρας πέθανε, αφήνοντας εμάς τους τρεις πίσω.”

“Θάψαμε τον πατέρα, και αφού συζητήσαμε, όλοι μας αποφασίσαμε πως η μητέρα θα διαχειρίζονταν όλη την περιουσία. Αλλά ο θείος και η θεία μου ήταν αποφασισμένοι και είπαν, ‘Παρόλο που είστε συγγενείς, εμείς είμαστε ακόμα πιο κοντινοί συγγενείς. Δεν θα σας αφήσουμε ποτέ εσάς τους τρεις να υποφέρετε, οπότε θα διαχειριστούμε εμείς όλη την περιουσία σύμφωνα με την διαθήκη’. Ο αδερφός της μητέρας μου και ο πατέρας της Τζέσε ανέφεραν πολλούς λόγους σχετικά με το γιατί θα έπρεπε η μητέρα να αναλάβει την περιουσία, αλλά δεν άκουγαν καθόλου. Ως αποτέλεσμα, η περιουσία μου πήγε στον Θείο, ενώ η περιουσία της αδερφής μου πήγε στην Θεία. Ότι είχε απομείνει μοιράστηκε ίσα μεταξύ τους.”

“Ύστερα είπαν στους τρεις μας, ‘Από εδώ και πέρα, θα σας προσέξουμε πάρα πολύ καλά!’”

“Και έτσι, όλη η περιουσία μας χάθηκε.”

“’Έκτοτε, ο Θείος μας έβαζε να οργώνουμε τα χωράφια μες το κατακαλόκαιρο, ενώ η Θεία μας έβαζε να πλέκουμε το μαλλί των προβάτων μες το κρύο του χειμώνα. Τρώγαμε φαΐ που ήταν για σκυλιά και δουλεύαμε σαν ζώα. Φορούσαμε κουρέλια με ζώνες φτιαγμένες από σκοινί από γρασίδι. Δουλεύαμε από το πρωί μέχρι το απόγευμα χωρίς διάλειμμα. Η υπερβολική δουλειά έφθειρε τα χέρια και τα πόδια μας και το σκασμένο δέρμα μας μάτωνε. Δεν υπήρχαν αρκετά ρούχα για να μας κρατούν ζεστούς ή αρκετό φαγητό για να τραφούμε. Το δέρμα μας έγινε γκρίζο και είχαμε μείνει πετσί και κόκκαλο. Θυμάμαι πως στα κοτσιδάκια μου είχα χρυσό, πετράδια και δαχτυλίδια, αλλά τώρα όλα αυτά είχαν χαθεί και μονάχα ένα γκριζωπό μαύρο σχοινί είχε απομείνει. Στο τέλος, τα μαλλιά μου ήταν τόσο γεμάτα με ψείρες και αυγά που μεγάλωναν σε φωλιές στα αχτένιστα μαλλιά μου. Όποιος μας έβλεπε μάλωνε τον θείο και την θεία μου για την αγριότητά τους. Αλλά με πετσί χοντρό σαν το βόδι, δεν είχαν ντροπή και δεν τους ένοιαζε ο χλευασμός αυτός. Έτσι, η μητέρα μου αποκαλούσε την Θεία, άτακτη Γιάκσα, ή τίγρη φάντασμα, αντί για Κιούνγκτσα Πάλντρεν. Ο όρος τίγρη φάντασμα αργότερα διαδόθηκε στο χωριό. Οι χωριανοί τότε συχνά έλεγαν, ‘Άρπαξαν την περιουσία των άλλων και φέρονται στους προηγούμενους ιδιοκτήτες σαν σκυλιά, υπάρχουν πράγματι τέτοιου είδους άδικα πράγματα στον κόσμο?!’”

“Προτού πεθάνει ο πατέρας, πλούσιοι και φτωχοί έρχονταν στο σπίτι μας για να κάνουν διασυνδέσεις και να μας κολακεύσουν. Τώρα που ο Θείος και η Θεία είχαν χρήματα και ζούσαν σαν ευγενείς, αυτοί οι άνθρωποι άρχισαν να τα πάνε καλά μαζί τους. Μερικοί ακόμα είπαν άσχημα πράγματα για την μητέρα μου, ‘Υπάρχει ένα ρητό που λέει πως ένας πλούσιος άντρας έχει και μια επιδέξια σύζυγο. Αυτό είναι πράγματι αληθές! Βλέπετε, όταν ο άντρας της Νιάνγκτσα Κέργκιεν ήταν ζωντανός, ήταν μια πολύ γενναιόδωρη κυρία. Χωρίς αυτόν, είναι τόσο τσιγκούνα’.”

“Υπάρχει μια παροιμία στο Θιβέτ, ‘Όταν κανείς συναντήσει κακή τύχη για μια φορά, το κουτσομπολιό θα διαδοθεί παντού.’ Καθώς η κατάστασή μας χειροτέρευε, η συμπάθεια του κόσμου προς εμάς χανόταν. Αντικαταστάθηκε με περιφρόνηση και κουτσομπολιό.”

“Οι γονείς της Τζέσε με λυπήθηκαν για την ατυχία μου και μερικές φορές μου έδιναν ρούχα ή παπούτσια. Επίσης, με παρηγορούσαν θερμά, ‘Τοπάγκα, ξέρεις, ο πλούτος είναι κάτι που δεν κρατάει για πάντα. Ο πλούτος πάει και έρχεται προσωρινά σαν την δροσιά του πρωινού. Σε παρακαλώ μην στεναχωριέσαι για την φτώχεια σου. Και ο προπάππους σου δεν ξεκίνησε από το μηδέν? Μόλις μεγαλώσεις, μπορείς επίσης να κάνεις λεφτά και να συγκεντρώσεις μια περιουσία!’”

“Ήμουν πολύ ευγνώμων προς αυτούς.”

“Η μητέρα μου είχε γη από την προίκα της. Το όνομα δεν ήταν όμορφο, αλλά ήταν καλή γη με ευπρεπή συγκομιδή. Ο μεγαλύτερος θείος μου καλλιέργησε αυτή την γη και κρατούσε τα δημητριακά κάθε χρόνο ως τόκο. Μετά από πολλά χρόνια, το κεφάλαιο και ο τόκος έφτασαν σε ένα αρκετά καλό ποσό. Οι δύσκολες μέρες περνούσαν μία μία. Όταν έγινα 15, η μητέρα πούλησε την μισή γη. Με τα λεφτά από την πώληση και τον τόκο από τα σιτηρά, αγόρασε μια μεγάλη ποσότητα κρέατος, έψησε αλεύρι από κριθάρι και σίκαλη για να ζυμώσει κρασί. Οι πράξεις της μητέρας συγκλόνισαν τους χωριανούς, και έτσι όλοι άρχισαν να αναρωτιούνται, ‘Θα κάνει όντως η Νιάνγκτσα Κάργκιεν τραπέζι και θα ζητήσει επισήμως τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας πίσω?’ Αφού η μητέρα και ο αδερφός της ετοίμασαν τα πάντα, έστρωσαν δανεισμένα χαλάκια σε σειρές στο σαλόνι του σπιτιού μας με τις τέσσερις κολώνες και οχτώ δοκούς. Ζήτησαν από τον Θείο και την Θεία να καλέσουν συγγενείς, φίλους και γείτονες, ειδικά αυτούς που ήταν παρόντες όταν ο Πατέρας ανακοίνωσε την διαθήκη του στην επιθανάτιο κλίνη του. Η μητέρα τοποθέτησε το καλύτερο κρέας και πιάτα μπροστά από τον Θείο και την Θεία και άφθονο φαγητό τοποθετήθηκε μπροστά από κάθε καλεσμένο. Επίσης, όλοι είχαν ένα μεγάλο κύπελο με κρασί μπροστά τους. Ήταν όντως ένα μεγάλο συμπόσιο.”

“ ‘Όλοι σας, σήμερα ετοίμασα ένα πενιχρό φαγητό και νερωμένο κρασί για να μαζευτούμε όλοι μαζί ως μια μικρή ένδειξη’, είπε η μητέρα.

Μόλις είχαν κάτσει όλοι κάτω, η μητέρα μου σηκώθηκε στην μέση όλων και είπε με σοβαρότητα, ‘Παρόλο που σήμερα είναι τα γενέθλια του υιού μου, αυτό είναι απλά κάτι το ονομαστικό. Θα ήθελα να πω λίγα λόγια σε όλους. Όταν ο άντρας μου ο Σεράμπ Γκιέλτσεν ανακοίνωσε την διαθήκη του λίγο πριν πεθάνει, όλοι, οι γηραιοί, και η Θεία και ο Θείος καθόντουσαν εδώ και κατάλαβαν ξεκάθαρα. Τώρα θα ήθελα να καλέσω όλους όσους κάθονται εδώ να ακούσουν την διαθήκη ξανά.’

“Έπειτα ο αδερφός της σηκώθηκε και διάβασε την διαθήκη δυνατά. Κανείς από τους καλεσμένους δεν είπε λέξη.”

“Η μητέρα μου συνέχισε, ‘Ο Τοπάγκα είναι πλέον ενήλικας και είναι σε ηλικία που πρέπει να διαλέξει σύζηγο. Σύμφωνα με την διαθήκη του πατέρα του Σέραμπ Γκιέλτσεν, θα πρέπει να κανονίσουμε τον γάμο ανάλογα με την κοινωνική μας κατάσταση. Ο Τοπάγκα επίσης θα πρέπει να κληρονομήσει και να διαχειριστεί την περιουσία της οικογένειας σύμφωνα με την διαθήκη. όσο για την διαθήκη που μόλις διαβάσαμε, όλοι σας αρχικά την ακούσατε από πρώτο χέρι όταν ο Σεράμπ Γκιέλτσεν πέθαινε, και δεν χρειάζεται να την επαναλάβω. Σήμερα, ζητάω από τον Θείο και την Θεία να επιστρέψουν την περιουσία που φυλούσαν για εμάς. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω ειλικρινά τον Θείο και την Θεία και όλους σας για την φροντίδα όλα αυτά τα χρόνια.’”

“ ‘Έ! Έχεις ακόμη περιουσία?!’ Ο Θείος και η Θεία φώναξαν μαζί, ‘Που είναι η περιουσία σου?’”

“Συνήθως, ο Θείος και η Θεία διαφωνούσαν μεταξύ τους σχεδόν στα πάντα. Αλλά όταν καταβρόχθιζαν την περιουσία άλλων, ήταν ενωμένοι.”

“Είπαν ξανά, ‘Έχεις ακόμη περιουσία? Που είναι η περιουσία σου? Όταν ο Σεράμπ Γκιέλτσεν ήταν νέος, δανείστηκε αρκετή γη, χρυσό, πετράδια, άλογα, βόδια και πρόβατα από εμάς. Αφότου πέθανε, ήταν φυσικό αυτά να έρθουν σε εμάς. Τι είναι δικό σου? Η περιουσία σου δεν είναι καν χρυσό ίσο με ένα αστέρι στον νυχτερινό ουρανό, μια χούφτα σιτάρι, μερικά γραμμάρια βούτυρο ή ένα παλιό κομμάτι ζώου. Χμμ! Από που προήλθε αυτή η ονειροπόληση? Ποιος έγραψε αυτήν την διαθήκη για σένα? Το γεγονός ότι παρείχαμε για εσένα και τα παιδιά σου για τόσα χρόνια είναι ήδη υπεραρκετό! Υπάρχει ένα γνωμικό που λέει ότι κάποιο άνθρωποι ανταποδίδουν την καλοσύνη με μίσος. Πιστεύω πως μιλάει για άχρηστους ανθρώπους σαν εσένα!’”

“Ήταν έξαλλοι καθώς έλεγαν αυτά τα πράγματα, μουγκρίζοντας, σφίγγοντας και τρίζοντας τα δόντια τους.”

“Πήδηξαν από τις θέσεις τους, χτύπησαν δυνατά τα πόδια τους στο πάτωμα και φώναξαν, ‘Ε! Καταλαβαίνεις? Αυτό το σπίτι είναι δικό μας. Βγες έξω!’”

“Με αυτά τα λόγια έδειραν την μητέρα μου με μαστίγιο και πέταξαν εμένα και την Πέτα πιάνοντας μας από τα μανίκια.”

“Η μητέρα ήταν στο πάτωμα σε απόλυτη απόγνωση και φώναξε με λυγμούς, ‘Σεράμπ Γκιέλτσεν! Το βλέπεις αυτό? Είπες πως θα μας κοιτάς από ανάμεσα από τους αρμούς του φέρετρου σου. Το είδες αυτό μόλις τώρα?!’”

“Η αδερφή μου και εγώ κουλουριαστήκαμε με την Μητέρα και οι τρεις μας κλαίγαμε φοβερά. Βλέποντας πολλούς από τους ανθρώπους να επευφημούν τον Θείο, ο μεγαλύτερος αδερφός της Μητέρας δεν είχε άλλη επιλογή από το να παραμείνει σιωπηλός. Κάποιοι καλεσμένοι αναστέναξαν, ‘Κακόμοιρη μάνα και τα παιδιά της!’ Βλέποντας την ατυχία μας, ήταν λυπημένοι κατάκαρδα με δάκρυα στα μάτια, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα παρά να αναστενάζουν σιωπηλά.”

“Ο Θείος και η Θεία δεν είχαν τελειώσει το ξέσπασμά τους και συνέχισαν να βρίζουν τους τρεις μας βίαια, σαν σκυλιά που γκρινιάζουν.”

“ ‘Χμ! Θέλεις να επιστρέψουμε τα πλούτη σου? Ναι, είναι δικά σου, απλά δεν θέλουμε να τα επιστρέψουμε. Πως θα τα πάρεις πίσω? Αν μετά χαράς τα χρησιμοποιήσιμε για να πιούμε κρασί και να διασκεδάσουμε τους καλεσμένους μας, δεν σε αφορά καθόλου!’ Συνέχισαν να μας κοροϊδεύουν με περιφρόνηση, ‘Εάν το έχεις μέσα σου, βρες μερικούς ανθρώπους να παλέψουν με εμάς για να πάρεις πίσω την περιουσία σου. Αν δεν μπορείς να βρεις κανέναν, τότε προσπάθησε να ψάλλεις κάποιο ξόρκι!’ Με αυτά τα λόγια, μας γύρισαν την πλάτη και έφυγαν με τους φίλους τους.”

“Η ακραία θλίψη έκανε την Μητέρα να κλαψουρίζει αδιάκοπα για πολύ καιρό. Μέσα στο σπίτι με τις τέσσερις κολώνες και τα οχτώ δοκάρια, μόνο οι τρεις μας απομείναμε και μερικοί συμπονετικοί συγγενείς. Η Τζέσε, μαζί με τον πατέρα και τον αδερφό της, μας παρηγόρησαν. Προσφέρθηκαν να μας δώσουν μερικές προμήθειες ώστε να επιβιώσουμε. Ο αδερφός της Μητέρας πρότεινε να μάθω κάποια τέχνη ενώ η Μητέρα και η Αδερφή να τον βοηθούν με την καλλιέργεια. Επέμενε πως έπρεπε να επιτύχουμε κάτι για να δείξουμε στον Θείο και την Θεία πως η οικογένεια του Σεράμπ Γιέλτσεν δεν ήταν ούτε αδύναμη ούτε ανίκανη, ούτε μια οικογένεια την οποία μπορεί κανείς να εξευτελίσει έτσι απλά.”

“Εν τέλη, η Μητέρα συγκράτησε την θλίψη της και σκούπισε τα δάκρυά της. Με λύπη και θυμό είπε αποφασισμένα, ‘Εφόσον δεν έχω την ικανότητα να πάρω πίσω την περιουσία μου, δεν θα βασιστώ στους άλλους για να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Αυτήν την στιγμή, ακόμα και αν ο Θείος και η Θεία επιστέψουν μέρος του πλούτου, δεν θα το πάρω. Παρόλα αυτά, ο Τοπάγκα πρέπει να μάθει μια τέχνη. Προτού ανταποδώσουμε την γενναιοδωρία του Θείου και της Θείας, η κόρη μου και εγώ είμαστε πρόθυμες να γίνουμε ακόμα και υπηρέτριες ή σκλάβες. Πρέπει να τους δείξουμε!’”

“Η Μητέρα τότε γύρισε στον αδερφό της και είπε, ‘Είμαστε πρόθυμες να πάρουμε την θέση σου στο κτήμα!’”

“Βλέποντας την αποφασιστικότητα της, κανείς δεν πρότεινε κάποια άλλη ιδέα, και ακολουθήσαμε το σχέδιό της.”

“Υπήρχε ένας λάμα της Κόκκινης Σέκτας ο οποίος ειδικευόταν σε ορισμένες δεξιότητες του ντάρμα, στον οποίον πίστευαν ακλόνητα οι κάτοικοι. (Σημείωση: Η Κόκκινη Σέκτα στο Θιβέτ θεωρείται μια από της πρώτες μορφές του Θιβετιανού Βουδισμού· το Θιβετιανό όνομα Νηίνγκμα αρχικά έπρεπε να είχε μεταφραστεί ως “παλιές διδαχές”, αλλά επειδή όλοι οι λάμα φορούσαν κόκκινα ρούχα, αποκαλούνταν κοινώς η Κόκκινη Σέκτα.) Η Μητέρα μου είπε να πάω να μελετήσω με αυτόν τον λάμα της Κόκκινης Σέκτας. Όταν έφυγα από το σπίτι, δύο ή τρεις συγγενείς ήρθαν να με αποχαιρετήσουν. Εκείνες τις μέρες, οι γονείς της Τζέσε την έβαζαν να φέρνει φαγητό, ξύλα ή λάδι στο μέρος που μελετούσα. Όταν η Μητέρα και η Αδερφή δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά, ο αδερφός της Μητέρας μας προμήθευε με φαγητό. Για να μην ζητιανεύει η Μητέρα για φαγητό, πήγαινε παντού για να ψάξει δουλειά για την Μητέρα. Έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να μας βοηθήσει και τους τρεις. Η αδερφή μου συχνά έκανε θελήματα, έπαιζε τύμπανα, καθάριζε μπάνια και έκανε άλλες πολλές περίεργες δουλειές για να βρει φαγητό και ρούχα. Παρόλα αυτά, τρώγαμε φτωχά και φορούσαμε κουρέλια. Υπήρχε μόνο θλίψη, καθόλου χαρά.”

Καθώς ο Σεβάσμιος Μιλαρέπα μιλούσε σε αυτό το σημείο, οι άνθρωποι που άκουγαν το Ντάρμα του δάκρυσαν, νιώθοντας στεναχώρια για τον κόσμο. Οι ασκούμενοι που είχαν συγκεντρωθεί στην σπηλιά για να ακούσουν το Ντάρμα ήταν σιωπηλά βυθισμένοι στους ήχους των λυγμών και των θρήνων.

(Συνεχίζεται)

Πηγή: https://en.minghui.org/html/articles/2018/10/10/172783.html

Μπορείτε ελεύθερα να εκτυπώσετε και να δημοσιοποιήσετε όλα τα άρθρα που είναι δημοσιευμένα στο Clearharmony μαζί με το περιεχόμενό τους, αλλά παρακαλούμε να παραθέσετε την πηγή.