Τι είδα σε ένα Όνειρο: Βαθειά Λύπη που δεν Ολοκλήρωσα την Αποστολή μου

Το πρωί της 2ης Ιανουαρίου είδα δυο πολύ καθαρά όνειρα τα οποία τάραξαν το είναι μου. Παρόλο που τα αποκαλώ όνειρα, στην πραγματικότητα είναι αυτό που το γιουανσέν μου βίωσε έξω από το ανθρώπινό μου σώμα.

Όνειρο Α:

Εντελώς ξαφνικά ένιωσα πολύ άσχημα σωματικά και έτσι έκλεισα τα μάτια μου και ένιωσα το γιουανσέν μου να φεύγει από το κεφάλι μου. Καθώς κοίταξα (το γιουανσέν μου) πίσω και είδα το κορμί μου να κείτεται εκεί, ερωτήθηκα, “Έχω πεθάνει?” Τότε, εμφανίστηκαν δύο ακτίνες φωτός και μου ήρθε η σκέψη πως η φωτεινή ακτίνα πρέπει να οδηγεί στον παράδεισο και η σκοτεινή στην κόλαση.

Σκέφτηκα, “Είμαι ασκούμενη του Ντάφα. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω στην κόλαση. Ακόμα και αν πεθάνω, δεν είμαι πλέον ένα ον που ανήκει στην κόλαση.” Η φωτεινή ακτίνα με απορροφούσε καθώς ανυψωνόμουν προς τον παράδεισο. Καθώς πετούσα στον ουρανό, ένιωθα το σώμα μου πολύ ελαφρύ, χωρίς κανένα βάρος και έσπευσα γρήγορα προς τα πάνω.

Ελαφρώς τρομαγμένη, είπα στον εαυτό μου, “Αποκλείεται να έχω πεθάνει, σωστά? Δεν έχω ολοκληρώσει την αποστολή μου ακόμα! Εάν πρόκειται να φύγω, θα φύγω με τον Δάσκαλο!” Με εκείνη την σκέψη, εισήλθα στο βαθύ σύμπαν, με στρώματα επί στρωμάτων να περνούν από δίπλα μου καθώς πετούσα εξαιρετικά γρήγορα. Σύντομα, ένας μεγαλειώδης παράδεισος εμφανίστηκε μπροστά μου.

Κατάλαβα πως αυτός ήταν ο παράδεισος για τους ασκούμενους του Ντάφα που είχαν διωχθεί μέχρι θανάτου αλλά και πάλι κατάφεραν να φτάσουν την ολοκλήρωση. Εδώ περιμένουν το τελευταίο βήμα του Δασκάλου: την επανόρθωση του Φα στον ανθρώπινο κόσμο. Προσπάθησα να μπω αλλά δεν μου επιτράπηκε η είσοδος.

Έτσι, συνέχισα να πετώ ώσπου έφτασα σε έναν μουντό κόσμο, όπου είδα πολλούς ανθρώπους να κάθονται στο έδαφος με άψυχα μάτια, να θρηνούν δυνατά, να χτυπούν το στήθος τους και να σφίγγουν τα χέρια τους. Ολόκληρος ο κόσμος αυτός ήταν γεμάτος αιώνια θλίψη, πίκρα και απέλπιδα λύπη.

Μια ιδέα μου ήρθε στο νου, λέγοντάς μου πως αυτός ήταν ο κόσμος για τους ασκούμενους που είχαν πεθάνει χωρίς να ολοκληρώσουν τους όρκους τους και εδώ περίμεναν την τελευταία τους δίκη.

Αυτό πραγματικά με σόκαρε και ένας τεράστιος φόβος αναδύθηκε από μέσα μου: “Έχω πεθάνει πραγματικά τώρα? Δεν έχω ολοκληρώσει την αποστολή μου και έχω πεθάνει?” Εκείνη την στιγμή, η πεθαμένη μου γιαγιά έσπευσε κοντά μου. Με κοίταξε, σάστισε και όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της, κλαψούρισε σπασμωδικά, άρχισε να θρηνεί και φώναξε με λύπη, “Τι στην ευχή κάνεις εσύ εδώ? Και χωρίς να έχεις εκπληρώσει τους όρκους σου! Πως τολμάς να έρχεσαι εδώ? Βασίζομαι σε εσένα (να φτάσεις στην ολοκλήρωση)! Δεν σου είπα επανειλημμένα στα όνειρα σου πως πρέπει να καλλιεργηθείς επιμελώς? Πως μπόρεσες να πεθάνεις χωρίς να εκπληρώσεις την αποστολή σου? Γιατί ήρθες σε αυτόν τον κόσμο?” Αφού τα είπε αυτά, έπεσε κάτω και άρχισε να θρηνεί πικρά.

Άρχισα να πιστεύω πως ήμουν πραγματικά πεθαμένη. Έκλαψα ξανά και ξανά, ζητώντας από τον Δάσκαλο να με βοηθήσει. Είδα το Φασέν του Δασκάλου να με κοιτάζει από μακρυά με ύφος θλιμμένο και σοβαρό. Έπεσα στα γόνατα, κλαψουρίζοντας και κλαίγοντας, και ήξερα πως κάτι είχα κάνει λάθος και πως δεν είχα καλλιεργηθεί σωστά. Ικέτευσα τα όντα γύρω από τον Δάσκαλο να με στείλουν πίσω, επειδή αν άφηνα το σώμα μου για πολύ καιρό σύντομα αυτό θα πέθαινε. Όσο και αν έκλαιγα όμως, κανείς δεν ήρθε να με βοηθήσει. Άρχισα να απελπίζομαι. Μετάνιωσα τόσο πολύ που δεν ήμουν επιμελής και δεν καλλιεργήθηκα αρκετά καλά και που είχα έρθει σε αυτόν τον κόσμο της απελπισίας. Η βαθειά τύψη και ο πόνος με έκαναν να μην θέλω να μείνω πλέον ζωντανή.

Τότε, μια ασκούμενη του Ντάφα ήρθε και με ρώτησε γιατί ήμουν εκεί. Της είπα πως δεν είχα ιδέα. Μου είπε πως αυτή είχε σταλθεί εκεί επειδή δεν πέρασε την δοκιμασία του κάρμα της ασθένειας και τώρα είχε μετανιώσει βαθειά, αλλά ήταν πλέον αργά, εφόσον, χωρίς ανθρώπινο σώμα δεν μπορούσε πλέον να κάνει κάτι. Ήταν πολύ αργά για το οτιδήποτε.

Την ρώτησα αν θα εξαλειφόμασταν αν δεν είχαμε εκπληρώσει την αποστολή μας καθώς και για την τιμωρία. Μου είπε πως δεν μπορούσε να αποκαλύψει τα ουράνια μυστικά, γνώριζε όμως πως, αφού δεν είχα ολοκληρώσει την αποστολή μου, τα αισθανόμενα όντα που μου ανήκαν θα εξαφανίζονταν πλήρως και όλοι οι κόσμοι με τα αισθανόμενα όντα τους, στρώματα επί στρωμάτων με τα οποία είχα προκαθορισμένες σχέσεις όταν κατέβηκα από τα ανώτερα βασίλεια, θα εξαλείφονταν.

Όταν το άκουσα αυτό, δεν μπόρεσα παρά να κλάψω, σκεπτόμενη πόσο ήθελα να γυρίσω πίσω στο ανθρώπινό μου σώμα. Και τότε μου έδειξε έναν καθρέπτη στο βάθος, μέσα από τον οποίο μπορούσα να δω όλους μου τους συγγενείς. Έτρεξα προς αυτόν και είδα την μητέρα μου, μια ασκούμενη, να αγκαλιάζει το κορμί μου, να κλαίει και να φωνάζει το όνομά μου για να επιστρέψω στο ανθρώπινό μου σώμα. Είπε πως δεν είχα ολοκληρώσει την αποστολή μου και πως δεν μπορούσα να φύγω. Την άκουσα να φωνάζει το όνομά μου και φώναξα και εγώ με λυγμούς, “Μητέρα, Μητέρα!” Αλλά όσο δυνατά και αν φώναζα, δεν μπορούσε να με ακούσει. Είδα μια άλλη ασκούμενη να βοηθάει ανθρώπους να εγκαταλείψουν το Κόμμα στην δουλειά. Προσπάθησα να την καλέσω αλλά δεν μπορούσε ούτε αυτή να με ακούσει. Ήμουν μες τα δάκρυα, δάκρυα ατελείωτης μετάνοιας. Η ανυπέρβλητη θλίψη και ο πόνος με έκαναν να υποφέρω απίστευτα.

Ξαφνικά άκουσα μια φωνή να λέει, “Αφήστε την να μείνει μερικές μέρες.” Δεν ξέρω ποιος ήταν, και έπεσα στα γόνατα και έκλαιγα πικρά. Μετά από λίγο, μας είπαν να φάμε, αλλά κανείς δεν ήθελε. Προσπάθησα να κοιτάξω όσο πιο μακρυά μπορούσα και είδα αμέτρητους ασκούμενους του Ντάφα να κλαίνε με δάκρυα βαθειάς τύψης. Κάποιοι χτυπούσαν τα πρόσωπά τους και είχαν πρηστεί και γίνει κόκκινοι· κάποιοι χτυπούσαν τον τοίχο με το κεφάλι τους και είχαν ματώσει πάρα πολύ· κάποιοι χτυπούσαν το στήθος τους με τις γροθιές τους, τα κεφάλια τους, τα πόδια τους κλπ. Ολόκληρος αυτός ο κόσμος ήταν γεμάτος με κραυγές μετάνοιας που σου σπάραζαν την καρδιά. Τότε όμως συνειδητοποίησα πως, όσο και να υποφέρεις ή να βασανίζεις τον εαυτό σου, δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να πεθάνεις. Επομένως, όποιος έρχεται σε αυτόν τον κόσμο πρέπει να υποφέρει επιμελώς, λεπτό προς λεπτό, μετανιώνοντας βαθειά. Κανείς θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει δευτερόλεπτο παραπάνω εάν είχε την επιλογή να το κάνει. Και ακόμα και αν σου ζητούσε κανείς να ζήσεις, θα προτιμούσες να πεθάνεις. Αυτό το συναίσθημα δεν περιγράφεται.

Καθώς κοιτούσα τους ασκούμενους εκεί, μισούσα τον εαυτό μου. Γιατί δεν καλλιεργήθηκα καλά? Γιατί συνεχώς κρατούσα εκείνες τις προσκολλήσεις? Ξαφνικά, θυμήθηκα πως υπήρχαν ακόμη λίστες ανθρώπων που είχαν εγκαταλείψει το ΚΚΚ τις οποίες δεν είχα δημοσιεύσει ακόμη. Υπήρχαν ακόμη ποινικές καταγγελίες εναντίον του Τζιάνγκ Τζεμίν που δεν είχα επεξεργασθεί και πως είχα ακόμη φίλους και συμμαθητές που δεν είχαν ακούσει την αλήθεια για το Φάλουν Γκονγκ.

Θυμήθηκα πως δεν είχα μελετήσει τον Φα με όλη μου την καρδιά και πως ακόμη δεν μπορούσα να απαγγέλλω το “Πάνω στον Ντάφα” που είχε προσφάτως κυκλοφορήσει ο Δάσκαλος, μαζί με πολλά από τα ποιήματα στο Χονγκ Γιν, και πως ακόμη δεν μπορούσα να διαλογιστώ για μια ώρα, και πως είχα χάσει τόσες πολλές από τις όρθιες ασκήσεις και δεν έκανα τις ασκήσεις σε καθημερινή βάση και πως είχα χάσει τόσες φορές την ώρα που έπρεπε να στείλω ορθές σκέψεις.

Σκεπτόμενη όλα αυτά, αισθανόμουν την καρδιά μου να σπάει, λες και μαχαίρια την έκοβαν σε κομμάτια, και μισούσα τον εαυτό μου τόσο πολύ. Δάκρυα μετάνοιας κάλυπταν το πρόσωπό μου. Γονάτισα στο έδαφος, χτυπώντας τον εαυτό μου με τις γροθιές μου, χαστουκίζοντας το πρόσωπό μου. Πόσο επιθυμούσα να μπορούσα να έχω την ευκαιρία να επιστρέψω στο ανθρώπινό μου σώμα, πόσο επιθυμούσα να είχα ακόμη την ευκαιρία να καλλιεργηθώ καλά και επιμελώς στον ανθρώπινο κόσμο. Φώναξα και ικέτεψα, “Παρακαλώ! Βοηθήστε με! Σας παρακαλώ αφήστε με να επιστρέψω στο φυσικό μου σώμα. Θα πεθάνει σύντομα αν δεν το κάνω!” Άλλα όσο και να έκλαιγα και να θρηνούσα, ήταν μάταιο.

Μετά από κάμποσο καιρό, δεν ξέρω πόσο, άκουσα μια φωνή να λέει, “Ήρθε η ώρα. Στείλτε την πίσω.”

Το επόμενο πράγμα που άκουσα ήταν η μητέρα μου που προσπαθούσε να με ξυπνήσει για να κάνω τις ασκήσεις, και άνοιξα τα μάτια μου. Αλλά οι λέξεις, “Ήρθε η ώρα. Στείλτε την πίσω”, ακόμα ηχούσαν στα αυτιά μου καθώς το σαρκικό μου σώμα ξυπνούσε.

Μετά από αυτό δεν μπορούσα να ηρεμήσω για αρκετό καιρό, ήμουν τόσο σοκαρισμένη. Αρχικά ήμουν τρομαγμένη και φοβόμουν αλλά μετά από ένα λεπτό ήμουν ευτυχισμένη και γεμάτη χαρά ξανά, βλέποντας το δωμάτιό μου και νιώθοντας πόνο όταν τσιμπούσα τον εαυτό μου.

Τώρα πλέον ήμουν σίγουρη πως ήμουν ακόμα ζωντανή! Τι υπέροχο! Είχα ακόμη την ευκαιρία να καλλιεργηθώ! Είχα ακόμη μια ευκαιρία να τα πάω καλά και να εκπληρώσω την αποστολή μου! Τα ακραία αισθήματα που βίωσα ήταν δραματικά διαφορετικά. Ακόμη είμαι σοκαρισμένη και σαστισμένη: Αυτό δεν ήταν όνειρο, ήταν πραγματικότητα, και πιστεύω πως ήταν το γιουανσέν μου που βίωσε τις τύψεις και την μετάνοια που δεν εκπλήρωσα την αποστολή μου αφού είχε φύγει από το φυσικό μου σώμα.

Είμαι πολύ ευγνώμων προς τον Δάσκαλο που μου έδωσε μια τόσο σοβαρή προειδοποίηση και ένα τόσο σοβαρό μάθημα.

Όνειρο Β:

Ενώ καθόμουν σε διαλογισμό, ξαφνικά είχα έναν φοβερό στομαχόπονο. Ξεδίπλωσα τα πόδια μου και πήγα στο κρεβάτι και έπεσα ξανά για ύπνο. Τότε είχα άλλο ένα όνειρο.

Στο όνειρο ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Παρόλο που δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του καθαρά, μπορούσα να ακούσω την φωνή του ξεκάθαρα.

Με ρώτησε αν είχα κάποιο εμπόδιο ή δοκιμασία την οποία δεν μπορούσα να ξεπεράσω στην καλλιέργειά μου. Σκέφτηκα για λίγο και είπα πως η δοκιμασία του γάμου ήταν πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί. Με ρώτησε για περαιτέρω λεπτομέρειες, μοιράστηκα μαζί του πως ήμουν ήδη 32 χρονών αλλά δεν είχα παντρευτεί ακόμα. Ένιωθα μεγάλη πίεση από τους συνηθισμένους ανθρώπους, και οι φίλοι και συγγενείς μου δεν με υποστήριζαν ούτε με κατανοούσαν πολύ.

Οι άλλοι άνθρωποι υποθέτουν πως είτε έχω κάποιο πρόβλημα ή είμαι κάποιος κρυφός εραστής κάποιου ευκατάστατου τύπου, και έτσι διάφορες ιστορίες κυκλοφορούν για μένα. Οι άνθρωποι με κοιτούν περίεργα. Μερικές φορές μου είναι δύσκολο να αναπνεύσω όντας περιτριγυρισμένη από αυτό.

Ο ηλικιωμένος κύριος με ρώτησε γιατί δεν έχω παντρευτεί. Του είπα πως βαθειά μέσα μου έχω μια διαμάχη. Ξεκίνησα να διαβάζω και να μελετάω τον Ντάφα όταν ήμουν μόλις 10 χρονών και έγινα ασκούμενη μετά από τρία χρόνια, που σημαίνει πως καλλιεργούμαι για σχεδόν 20 χρόνια. Εάν παντρευόμουν, όλα αυτά τα χρόνια κακουχίας και προσπάθειας στην καλλιέργεια δεν θα ήταν μάταια?

Επίσης γνωρίζω πως, ως καλλιεργητής, πρέπει να ξεφορτωθώ την συναισθηματικότητα και την επιθυμία, επομένως το να παντρευτώ θα ήταν ακόμη ένα αχρείαστο εμπόδιο στην καλλιέργειά μου. Συν του ότι, τα παντρεμένα ζευγάρια υποτίθεται πως πρέπει να κάνουν παιδιά και να ξοδέψουν αμέτρητο χρόνο και ενέργεια για αυτά, και η συναισθηματικότητα για το ίδιο σου το παιδί είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί.

Όλα αυτά μπορούν να εμποδίσουν κάποιον να είναι επιμελής και να καλλιεργηθεί καλά. Αλλά αν δεν παντρευτείς, οι κοινοί άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν και κουτσομπολεύουν για σένα. Οπότε κανένα από τα δύο δεν είναι καλό, ούτε το να παντρευτείς ούτε το να μείνεις εργένης. Είμαι όμως τυχερή γιατί έχω νεανικό πρόσωπο. Φαίνομαι αρκετά νεαρή και οι άνθρωποι συνήθως νομίζουν πως είμαι γύρω στα 22. Το γεγονός ότι φαίνομαι μικρότερη είναι η μόνη μου παρηγοριά.

Ακούγοντάς το, ο κύριος γέλασε και είπε, “Ξέρεις την ιστορία Ταξίδι προς την Δύση, σωστά? Ο μοναχός Τανγκ υπόμεινε 81 δοκιμασίες προτού αποκτήσει τις γραφές του Βούδα και φτάσει στην ολοκλήρωση. Εσύ ως ασκούμενος του Ντάφα έχεις την μεγαλύτερη αποστολή, και με το επίπεδο της καλλιέργειάς σου να φτάνει σε πρωτοφανή ύψη, αυτό που πρέπει να ξεπεράσεις είναι εκατοντάδες και χιλιάδες δοκιμασίες και εμπόδια.”

“Οι άνθρωποι πάντα λένε πως θα ήθελαν να καλλιεργηθούν για να γίνουν θεοί και Βούδες, αλλά δεν είναι εύκολο πράγμα. Και για αυτούς που έρχονται εδώ για να γίνουν ασκούμενη του Ντάφα, δεν είναι τόσο απλό ή εύκολο. Δεν σημαίνει πως όποιος θέλει να γίνει ασκούμενος του Ντάφα μπορεί κιόλας. Ο τίτλος του ‘ασκούμενου του Ντάφα’ είναι κάτι που όλες οι θεότητες στα ουράνια θαυμάζουν αλλά πολύ απλά δεν μπορούν να αποκτήσουν. Είναι πραγματικά τυχερό να έχει κανείς την ευκαιρία να εξασκήσει αυτό το Ντάφα.”

“Γνωρίζεις πως οι αρχές στον ανθρώπινο κόσμο είναι ακριβώς αντίθετες. Αν θες να καλλιεργηθείς και να γίνεις Βούδας, πρέπει να αντιμετωπίσεις πολλές δοκιμασίες και δυσκολίες. Ξέρεις πως έχεις υπομείνει μεγάλες πίκρες και πόνο στις διαφορετικές σου ζωές και εν τέλει έφτασες σε αυτό το τελικό στάδιο, και υποτίθεται πως πρέπει να εγκαταλείψεις αυτό το ανθρώπινο κέλυφος, που σημαίνει πως πρέπει να υπομείνεις αβάσταχτους πόνους και δοκιμασίες.”

“Ό,τι και αν λένε οι άνθρωποι γύρω σου για σένα, είτε πως είσαι καλή ή πως δεν σε καταλαβαίνουν και σε κοροϊδεύουν, γελάνε μαζί σου, ή σε καταχράζονται, αυτό δεν σε βοηθάει να εγκαταλείψεις το ανθρώπινό σου κέλυφος? Οι αρχές στον κόσμο είναι αντίθετες – όλοι στην ηλικία σου υποτίθεται πως πρέπει να παντρευτούν και να μεγαλώσουν παιδιά. Για σένα, έναν καλλιεργητή, είναι για να σε βοηθήσει να εξαλείψεις τις προσκολλήσεις σου και να γίνει ένα θείο όν.”

“Δεν σε καταλαβαίνουν, αλλά στο μέλλον όταν φτάσεις στην ολοκλήρωση σίγουρα θα σε καταλάβουν, και θα σε θαυμάζουν και θα ξεπληρώσουν για όλα αυτά που σου έκαναν και υπέφερες. Από την άλλη, μπορεί να επιλέξεις να παντρευτείς, και αυτό θα είναι για να δεις αν είσαι αρκετά σίγουρη και πως δεν επηρεάζεσαι από την συναισθηματικότητα και την επιθυμία, όπως επίσης και από τα παιδιά.”

Του είπα πως δεν ήμουν τόσο σίγουρη και σταθερή, πως φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να το χειριστώ και θα έπεφτα. Μου είπε, “Αφού είναι έτσι, τότε καλύτερα να καλλιεργηθείς επιμελώς. Τώρα αν κοιτάξεις πίσω, είναι ακόμη εμπόδιο αυτό? Δεν είναι εύκολο να το ξεπεράσεις? Στην πραγματικότητα, βλέπω την καλλιέργειά σου ως την διαδικασία μιας ημέρας – ήρθες σε αυτόν τον ανθρώπινο κόσμο, και θα μείνεις για μια μόλις μέρα και θα τελειώσει σχετικά σύντομα.”

Τον ρώτησα, “Γιατί όμως εμένα μου φαίνεται τόσο πολύς καιρός?” Χαμογέλασε και είπε πως ο ανθρώπινος χρόνος και ο χρόνος στον οποίον αναφερόταν ήταν διαφορετικοί. Στην πραγματικότητα ήταν απλά εν ριπή οφθαλμού.

Τόνισε και πάλι πως θα έπρεπε να καλλιεργηθώ επιμελώς και να επιστρέψω.

Ήταν σχεδόν ώρα να στείλω ορθές σκέψεις και έτσι ξύπνησα και σηκώθηκα.

Αφού μοιράστηκα το όνειρό μου με τους γονείς μου, ήταν και οι δύο σοκαρισμένοι. Η μητέρα μου δάκρυσε και είπε πως δεν ήταν όνειρο, πως ήταν ο Δάσκαλος που με βοηθούσε να φωτιστώ. Την επόμενη μέρα, μια ασκούμενη ήρθε, και το μοιράστηκα μαζί της. Με ενθάρρυνε να το γράψω και να το δώσω σε εκείνους τους ασκούμενους που ήταν χαλαροί και είχαν πολλές προσκολλήσεις, και είπε πως ήταν μια εμβριθής προειδοποίηση για όλους μας για να αναθεωρήσουμε τα μονοπάτια της καλλιέργειάς μας.

Συνασκούμενοι, υπάρχει τίποτα που να αξίζει να είναι κανείς προσκολλημένος σε αυτόν τον ανθρώπινο κόσμο? Υπάρχει κάποια προσκόλληση που δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί? Υπάρχει κάποιο ανθρώπινο σκεπτικό που μας τραβάει και μας κρατά από το να είμαστε επιμελείς?

Δεν έχουμε πολύ καιρό. Αν δεν μπορείτε να αγαπήσετε τον εαυτό σας, εάν δεν μπορείτε να εκπληρώσετε την αποστολή σας, αυτό που σας περιμένει είναι ατελείωτος πόνος και απύθμενη τύψη στην συνείδησή σας, για να μην αναφέρω την καταστροφή! Σας παρακαλώ μην είστε κουφιοκέφαλοι, αγαπητοί συνασκούμενοι μου! Σας παρακαλώ μην περιμένετε μέχρις ότου χάσετε το σαρκικό σας σώμα και αρχίσετε να μετανοιώνετε που δεν τα πήγατε καλά. Τότε θα είναι πολύ αργά.

Αυτό το μοίρασμα βασίζεται μονάχα στις εμπειρίες και την κατανόησή μου. Σας παρακαλώ διορθώστε με αν κάτι δεν συμβαδίζει με τον Ντάφα.

Πηγη https://en.minghui.org/html/articles/2016/1/13/154789.html

Μπορείτε ελεύθερα να εκτυπώσετε και να δημοσιοποιήσετε όλα τα άρθρα που είναι δημοσιευμένα στο Clearharmony μαζί με το περιεχόμενό τους, αλλά παρακαλούμε να παραθέσετε την πηγή.